ΑΡΑΧΝΟΦΟΒΙΑ

Ήταν ένα παιχνίδι που παίζαμε μικροί,
αλλά το έχω ξεχάσει πια.
Κάπου σβήστηκε από τη μνήμη μου,
κάπου χάθηκε μες στις σκόνες που σήκωναν τα πόδια μας στο ξερό χώμα
τ’ απογεύματα που παίζαμε κάτω από τους ευκαλύπτους.

Ή μπορεί και να το έκαψε εκείνη η λωρίδα ήλιου
που έπεφτε νωχελική μέσα απ’ το παντζούρι
πάνω στα ιδρωμένα σεντόνια στο εξοχικό,
εκείνα τα πρώτα ερεθισμένα μεσημέρια
(τόσος ο φόβος εκείνα τα μεσημέρια του καλοκαιριού για την καινούργια επιθυμία).

Τότε περίπου που άρχιζαν όλα.

Τότε που είχες δει κι εκείνη τη μεγάλη αράχνη στο μπάνιο
και ούρλιαζες κι έκλαιγες
κι από τότε δεν το ‘χεις ξεχάσει ποτέ
κι ακόμα φοβάσαι τις αράχνες με τα χίλια μάτια τους, όπως λες,
ακόμα και τώρα,
τόσα χρόνια μετά
ακόμα φοβάσαι.

Και μου μιλούσες και για άλλους φόβους εκείνο το μεσημέρι:
Μου ‘λεγες για κάτι σπηλιές σκοτεινές στη θάλασσα
και για κάτι ήχους τις νύχτες στον κήπο.
Μου έδειχνες σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα
και σταυρούς κι εικόνες ξεθωριασμένες στους τοίχους.
Κι αγωνιούσες, θυμάμαι, αν το απόγευμα θα σ’ έβαζε η παρέα μες στο παιχνίδι της.

Πώς παιζόταν εκείνο το παιχνίδι;
Κάποιος τα φυλούσε, σωστά;

(πέντε-δέκα-δεκαπέντε)

Η παλάμη του αριστερού χεριού μπροστά απ’ τα μάτια.
Τα δάχτυλα ενωμένα και τεντωμένα σχηματίζουν ένα πέτασμα
για να μη βλέπουμε τίποτα.
Κι από πάνω κολλητά κι η παλάμη του δεξιού χεριού:
‘Ενα τείχος από δέκα δάχτυλα στη σειρά.

(πέντε-δεκα)

Κι από πάνω κι άλλο ένα χέρι (το δικό σου;)
άλλα πέντε δάχτυλα κι από πάνω κι άλλο ένα,
το τείχος έχει πια είκοσι δάχτυλα.
(πέντε-δέκα-δεκαπέντε-είκοσι)

Και ξαφνικά κι άλλο ένα χέρι πιο πάνω,
κι άλλη πεντάδα από δάχτυλα
κι άλλο ένα,
κι άλλο, κι άλλο…
Και σχηματίζουν όλα αυτά τα δάχτυλα στη σειρά μια μακριά σκάλα,
μια τρελή διαδρομή του λούνα παρκ
που στριφογυρίζει ψηλά στον αέρα,
παλάμες ιδρωμένες, τρεμάμενες,
ατέλειωτες η μια μετά την άλλη,
μια σκάλα από δάχτυλα κοκκαλωμένα.

Μια σκάλα που οδηγεί
ακόμα και τώρα,
χωρίς κανένα έλεος,
χωρίς δεύτερη σκέψη,
μέσα στο ανοιχτό στόμα της γιγαντιαίας Αράχνης με τα Χίλια Μάτια,
Αληθινή κι Αιώνια και Πανταχού Παρούσα κι Αλάνθαστη
όπως ακριβώς το είχες πει,
όπως ακριβώς το είχες προβλέψει από παιδί
εκείνο το νωχελικό μεσημέρι στο εξοχικό.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Άδεια Creative Commons

PHOTO CREDIT: JAY STAFSTROM (edited)

 

Advertisements

One thought on “ΑΡΑΧΝΟΦΟΒΙΑ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s